Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

    Κατά τη μυθολογία ο Εύηνος βασιλιάς της Καλυδώνας, από τη γενιά του Ενδυμίωνα και του Αιτωλού παντρεύτηκε την Αλκίππη την κόρη του Οινόμαου, βασιλιά της Ηλείας και απόκτησε την Μαρπήσσα, που ο Όμηρος ονομάζει «Καλλίσφυρο» (λιγναστράγαλη).

    Όπως αναφέρεται στην Ιλιάδα ο Εύηνος καταδίωκε τον ήρωα της Αιτωλίας Ίδα που είχε αρπάξει την κόρη του Μάρπησσα και στην προσπάθεια του πνίγηκε στο ποτάμι που έτσι πήρε το όνομά του. Στον Εύηνο είχε εγκατασταθεί ο Κένταυρος Νέσσος ως περατάρης.    

Ο Ηρακλής έφτασε μαζί με τη Δηιάνειρα στον πλημμυρισμένο Εύηνο ποταμό, όπου ο Κένταυρος Νέσσος περνούσε τους οδοιπόρους έναντι αμοιβής, στην απέναντι όχθη. Ο Νέσσος ισχυριζόταν ότι οι Θεοί του ανέθεσαν αυτό το έργο λόγω της τιμιότητας του. Έτσι προσφέρθηκε να περάσει έναντι μικρής αμοιβής τη Δηιάνειρα στην αντίπερα όχθη ενώ ο Ηρακλής θα περνούσε κολυμπώντας.

Ο Ηρακλής συμφώ­νησε, όμως ο Νέσσος προσπάθησε να απαγάγει τη Δηιάνειρα (ή κατά μία εκδοχή να τη βιάσει), οπότε ο Ηρακλής τον σκότωσε με τα δηλητηριώδη βέλη του. Ο Νέσσος, πεθαίνοντας, έδωσε μια ποσότητα από το αίμα του στη Δηιάνειρα λέγοντάς της πως, όταν την απιστήσει κάποτε ο Ηρακλής, θα τον ξανάφερνε κοντά της αλείφοντας τον χιτώνα του με αυτό. Μετά από χρόνια λοιπόν, όταν η Δηιάνειρα υποπτεύθηκε ότι ο Ηρακλής ερωτεύθηκε την Ιόλη, άλειψε με το αίμα του Κενταύρου τον χιτώνα του.

Ο Ηρακλής, φορώντας τον, καταλήφθηκε μετά από λίγο από τρομερούς πόνους και στην απόγνωσή του συγκέντρωσε ξύλα στην κορυφή του όρους Οίτη και παρακάλεσε τον Φιλοκτήτη να ανάψει πυρά, πάνω στην οποία ανέβηκε και κάηκε. Μέχρι σήμερα, η υψηλότερη κορυφή της Οίτης ονομάζεται «Πυρά». Ο θάνατος του περιγράφεται στις «Τραχίνιες» του Σοφοκλή. Η Δηιάνειρα, μαθαίνοντας το γεγονός αυτό, αυτοκτόνησε. Ο τάφος της βρισκόταν στους πρόποδες της Οίτης, κοντά στην Ηράκλεια ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, στο Άργος.

Ο Στράβωνας, ο Απολλόδωρος και ο Πλούταρχος λένε ότι το αρχαιότερο όνομα του Εύηνου ήταν Λύκορμας. Το ποτάμι φέρει ακόμη την ονομασία Λύκορμας [λύκος που ορμά] και Φίδαρης [μοιάζει με φίδι που κυλάει ανάμεσα στα βουνά]. Πηγάζει στα βουνά Κόρακας και Τσεκούρι, κοντά στην Αρτοτίνα στην κοιλάδα Ραϊλή, κατεβαίνει τα Βαρδούσια, σε δυο σκέλη έχοντας διπλές πηγές και ακολουθώντας δυτική πορεία χωρίζει τα βορειότερα Ναυπακτιώτικα χωριά από την λοιπή Ναυπακτία. Στο χωριό Καλλονή παίρνει δυτική πορεία κι έτσι πότε νοτιοδυτικά και πότε νότια κόβει την βόρεια Ναυπακτία όντας φυσικό σύνορο μεταξύ Τριχωνίδας και Ναυπακτίας. Διατρέχοντας τα βουνά δέχεται το νερό αρκετών παραπόταμων με κυριότερους τον  Παλουκοβιώτικο, τον Βοτσαΐτικο, τον Κάκαβο, τον Κλεπαΐτικο, τη Σκοτεινή, τον Κλεινοβίτη, τον Κότσαλο, τα Φιδάκια και τον Πόριαρη. Μετά από 113 χιλιόμετρα φτάνει στην θάλασσα, στον Πατραϊκό κόλπο ανάμεσα στο Ευηνοχώρι και τον Γαλατά όπου έχει δημιουργηθεί από τις προσχώσεις του μαζί με τον Αχελώο μια τριγωνική πεδιάδα (Ο περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλ, στο "Ταξίδι στην Ελλάδα" αναφέρεται στον Εύηνο:  "Στο ένα χιλιόμετρο από κει, πέρασα με τη συνοδεία μου το πρώτο παρακλάδι του Εύηνου ή Φίδαρη. Την εποχή  των βροχών είναι φοβερός και θυελλώδης, όπως διαπίστωσα από τις καταστροφές που προκαλεί και τους ογκόλιθους που κατεβάζει, αλλά εκείνη τη στιγμή που τον έβλεπα ο ανώμαλος βυθός του καλύπτονταν  μόνο από εξήντα εκατοστά νερού.")

    Η παραποτάμια βλάστηση αποτελείται από πλατάνια, λεύκες, πικροδάφνες, λυγαριές κ.α. Υπάρχουν πέτρινα γεφύρια όπως της Αρτοτίβας (το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι της δυτικής Ελλάδας), της Δορβιτσάς, του Πόριαρη, της Κλεπάς, της Μελίγκοβας, αερογέφυρες, νερόμυλοι, νεροτριβές με μαντάνια. Η ιχθυοπανίδα αποτελείται από Πέστροφες, Χέλια, Γλανίδια, Στροσίδια, Τσερούκλες κ.ά. Το 1990 βρέθηκε στον Εύηνο, ο Ευηνογωβιός (Knipowitschia panizzae) από τους ιχθυολόγους Ahnelt και Bianco. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση του είδους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον καθηγητή Ζωολογίας, του Α.Π.Θ. κ. Π. Οικονομίδη. Το ψάρι αυτό υπάρχει και στην Ιταλία. Οι κάτοικοι ψαρεύουν στο ποτάμι με διάφορους τρόπους όπως καλαμωτή, σελπί, πυροφάνι, πεζόβολο, αγκίστρια, ψαροβότανα, απόχη κ.ά. Στα νερά του Εύηνου, βρίσκουν επίσης καταφύγιο σε ορισμένες περιοχές Βίδρες (Lutra lutra), ενώ στα στενά φαράγγια του σπάνια αρπακτικά πουλιά. Στο Δέλτα συναντιούνται πελαργοί, νερόκοτες, καλαμοκανάδες, φαλαρίδες, γλάροι, τσικνιάδες, αγριόπαπιες κ.ά.

    Το ποτάμι χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο λαογράφο Δ. Λουκόπουλο ως ’’η λεωφόρος των βουνών’’ για την κοινωνική και οικονομική μοναδικότητα που έχει εδώ και 4.500 χρόνια. Η λεκάνη απορροής του καλύπτει έκταση 1.070 km2, το ύψος της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης ανέρχεται σε 1.500 mm, η ετήσια απορροή εκτιμάται σε 1.000 x 106 m3 νερού που αρδεύουν περίπου 2.800 στρέμματα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ο Εύηνος είναι ιδανικός για αθλητικές δραστηριότητες όπως κανόε-καγιάκ, ράφτινγκ, πεζοπορία, ορειβασία, ποδήλατο βουνού και ιππασία.

    Για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος λειψυδρίας για την Αθήνα κατασκευάστηκε φράγμα ανάμεσα Αράχοβα, Άγιο Δημήτριο και Νεοχώρι έτσι που τα νερά των Βαρδουσίων συγκεντρώνονται σε τεχνητή λίμνη εμβαδού 3,5 χιλιάδων στρεμμάτων. Με υπόγεια σύριγγα 32 χιλιομέτρων μεταφέρεται το 25%των νερών του Εύηνου στο Μόρνο για να φθάσει στην Αττική.Η Ευηνολίμνη, το νέο αυτό οικοσύστημα, δίνει σημαντική ώθηση για την εναλλακτική οικοανάπτυξη της ορεινής περιοχής δημιουργώντας νέες δραστηριότητες και νέες απασχολήσεις συμπληρωματικές στις παραδοσιακές γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και ασχολίες του τοπικού πληθυσμού.